Μικρά Κείμενα #ΜΚ09 | Michals & Wenders

«Το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας δεν είναι τι βλέπουμε, αλλά τι νιώθουμε. Είμαστε ό,τι νιώθουμε. Δεν είμαστε ό,τι βλέπουμε. Δεν είμαστε τα μάτια μας, αλλά το μυαλό μας. Οι άνθρωποι πιστεύουνε τα μάτια τους και είναι τελείως λάθος.»

 

Μια ανθρώπινη αδυναμία  δημιουργικά παρακινεί τον Αμερικάνο φωτογράφο Duane Michals, ο οποίος μέσα από το έργο του έθεσε ερωτήματα πάνω στους περιορισμούς του φωτογραφικού μέσου και κατ’ επέκταση στην ίδια ανθρώπινη φύση. Με κύρια θεματική να τον απασχολεί η “μη ύπαρξη”, διαπραγματεύεται  με έντονη φιλοσοφική χροιά, βασικά ερωτήματα  ζωής, θανάτου, επιθυμίας ή αναπαράστασης του πραγματικού. 

 

Για μια αδυναμία αντίληψης μιλάει, που γεννιέται μέσα από τη συνεχή μας προσπάθεια να κατανοήσουμε μόνο το ορατό.   

 

Οι φωτογράφοι κοιτάνε, αλλά δεν βλέπουν τόνιζε, θέτοντας ένα θεμελιώδη κίνδυνο πάνω στη τέχνη της παρατήρησης.  Χρησιμοποιώντας κείμενα και αλληλουχίες, προσπάθησε να διευρύνει της αντίληψη θέασης, αλλά και τα όρια της ίδιας της φωτογραφίας, η οποία ξαφνικά απέκτησε μια δανεισμένη κινηματογραφική αφήγηση, μέσα από τη ψευδαίσθηση της κίνησης και σεναρίου. 

 

Για μια παρόμοια αντιληπτική αδυναμία  διηγήθηκε μερικά χρόνια αργότερα και ο Wim Wenders  στα «Φτερά του Έρωτα». Κινηματογράφηση με μια παράλληλη στοχαστική διάθεση, απαραίτητη όμως για να αγγίξουμε την ουσία στην αιώνια διαμάχη στη τέχνη μεταξύ της ύπαρξης και μη, πίστης και λογικής, το ορατό και σε αυτό που δεν φαίνεται.

 

Χρησιμοποιώντας ως δημιουργικό εκφραστικό λόγο τις σκόρπιες σκέψεις  των ανθρώπων, που μόνο οι άγγελοι (το μη πραγματικό) μπορούν να ακούνε, τονίζει ακριβώς την ελλειπτική (αν)ικανότητα που έχουμε όταν παραμένουμε προσκολλημένοι μόνο στο πραγματικό.

 

Οι άγγελοι που χρησιμοποιούσε συχνά και ο Michals ως θεματικά μοντέλα, φανέρωναν μια προετοιμασία πάνω στον θάνατο, ενώ αυτοί του Wenders μια επιθυμία για τη ζωή και το καθημερινό, για μια προετοιμασία στο να είσαι ζωντανός.

 

Μέσω της  κινηματογραφικής αφήγησης που έχουν και οι δύο – που τελικά για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, δεν μοιάζει με αυτή τη κλασσική του κινηματογράφου, σπάνε την παύση της φωτογραφίας δημιουργώντας  μια εξιστόρηση βιωματικού ρυθμού,  όχι μέσα σε  κανονική ροή, αλλά ως μια χαμένη χρονική αίσθηση μακριά από το πραγματικό, αλλά τόσο κοντά σε ένα άχρονο φιλοσοφικό δοκίμιο. 

 

Και οι δύο καλλιτέχνες κατορθώνουν να σπάσουν τη προκατάληψη που υπάρχει,  ότι η εικόνα αδυνατεί να γίνει φορέας φιλοσοφικών ιδεών έναντι του γραπτού κειμένου,  και  τo λόγο  που τον επιτυγχάνουν πολύ σωστά επισημαίνει ο Βασίλης Ραφαηλίδης  λέγοντας :  “Εν πάση περιπτώσει δεν είναι τα δρώμενα αυτό που κατ’ αρχήν ενδιαφέρει τον καλλιτέχνη, ούτε η χαρακτηρολογία.”